17.11.08

Ιστορια για ενα ταξιδι (μερος 1ο)

Oταν ταξιδευω αντιλαμβανομαι το ελαχιστο της υπαρξης μου. Τα βασικα μου υπαρχοντα, λιγη μουσικη, λεξεις λεξεις, ενας γατος και το ατελειωτο βαρος στο στηθος μου.
Ειδα μια θαλασσα αποψε, σκοτεινη και φιλοξενη, μια στερια που στεκοταν σιωπηλη διπλα της. Μοναδικο φως αυτο του φεγγαριου. Ενα φεγγαρι, που δεν εκανε τιποτα αλλο απο το να παιζει κρυφτο με τις τυψεις μου. Ναι, τις κουβαλαω και αυτες μαζι μου χρονια. Που και που ξεφορτωνομαι μερικες στη θαλασσα, στο δρομο, οπου βρω αλλα ποτε δεν φευγουν ολες. Δεν λιγοστευουν καν. Ετσι αποψε ειπα να μιλησω μαζι τους. Ημουν περιεργος να μαθω τι ζητανε. Μα ξαφνικα βρεθηκα ξανα να μιλαω με τον εαυτο μου.

Ο ανεμος που μου επαιρνε τα μαλλια και το μυαλο, οταν ημουν μικρος, ακομα σφυριζε μες το κεφαλι μου. Αρνηθηκε πεισματικα να αφησει οποιοδηποτε διαλογο να εξελιχθει και με σηκωσε ψηλα. Σαν να χορευω βαλς με τα αστερια ενιωσα και θυμηθηκα την αγκαλια που εχασα. Τα γκριζοπρασινα ματια, το λευκο στηθος και τα φιλντισενια δαχτυλα της πρωινης ερωμενης μου.

Επειτα βρεθηκα σε ενα ρευστο και ζεστο μερος γεματο χρωματιστα κυβακια, που αιωρουνταν μπροστα μου. Απλωσα το χερι και επιασα ενα. Με στριφογυρισε δυο τρεις φορες και υστερα με τοποθετησε ξανα σε αυτο που θα μπορουσε να χαρακτηριστει εδαφος. Ενα μονοπατι φωρισμενο απο ενα ροζ φως εμφανιστηκε και τα κυβακια συνταχτηκαν δεξια και αριστερα για να μου δειξουν το δρομο. Περπατωντας το εδαφος ποτε χανοταν ποτε εμφανιζοταν ξανα κατω απο τα ποδια μου. Δεξια και αριστερα φυτα, αντικειμενα και παρουσιες ερχονταν και εφευγαν. Ηχοι και μελωδιες ακουγονταν και εσβηναν σιγα σιγα πισω μου.

Στο τελος του μονοπατιου, μετα απο λιγη ωρα, εμφανιστηκε ενα ροζ ελαφι., περιτρυγιρισμενο απο μια γκριζολευκη βλαστηση, βραχια και ενα διαφανο, σαν γυαλι, καταρραχτη. Πριν προλαβω να καταλαβω το πως, βρεθηκα μεσα στον πινακα του παιδικου μου δωματιου. Εκει το ελαφι μου δειχνει δυο ατομα. Επικρατει ησυχια, ειναι νυχτα, ημιφως. Ενα μικρο κοριτσι ειναι ξαπλωμενο, με το προσωπο στο τοιχο, στο κρεβατι και σιγοκλαιει. Μια γυναικα καθεται στην ακρη του κρεβατιου, το χαιδευει και το καθησυχαζει. Μεχρι να το παρει ο υπνος το κοριτσι ακουει την ηρεμη φωνη της γυναικας με το νανουριστικο τονο. Στο τοιχο πεφτει η σκια της και το κοριτσι σκεφεται πως μοιαζει με το διαβολο. Αυτον που, λιγο πριν , παραλιγο να την αρπαξει μες στο σκοταδι. Σιγουρα κρυβοταν κατω απο το κραβατι γι'αυτο ποτε δεν κρεμαγε τα χερια της στο πλαι και δεν αφηνεν ακαλυπτα τα ποδια της. Ή ισως μεσα τη ντουλαπα, γι'αυτο παντα σηκωνοταν αναβοντας τα φωτα για να κλεισει οποιο φυλλο εμενε ανοιχτο. Και τωρα ο κατεργαρης ειχε κρυφτει στη σκια στο τοιχο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: